Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

clop



Θυμάσαι την τελευταία φορά που η καρδιά σου εκρήγνυται απ' τον πόθο;
κι ας μην ξέρει για τι ακριβώς
που το στομάχι σου καίγεται με σπασμούς από την αγωνία;

δεν ξέρω αν όλα αυτά αύριο θα μου ακούγονται γελοία, 
αλλά έτσι συνέβη εκείνο το βράδυ.
και έμεινα μόνο με την παρήγορη σκέψη ότι μπορώ να εξιστορήσω όλα αυτά τα περιττά...

ενώ θα μπορούσα να τα ζήσω ίσως;
ποιος ξέρει...


Δεν ξέρω αν θυμάσαι την τελευταία φορά που σε καβάλησε μια σκέψη σου... 
Δεν ξέρω εν τέλει αν θυμάσαι αυτό που σου λέω, 
αλλά εγώ πάντα θα θυμάμαι το βράδυ της απόλυτης ξεφτίλας.

λίγες μέρες μετά την ξεκάθαρη δήλωσή μου -με ύφος σχεδόν θιγμένο σχετικά με την αξιοπρέπειά μου-

Αν όμως θυμάσαι έστω και ένα από όλα αυτά, 
ελπίζω θα με καταλάβεις.






Σάββατο, 10 Μαΐου 2014


Λένε πως οι γυναίκες προδίδουν τους άνδρες
για λίγη ανασφάλεια έτσι λένε οι Κασσάνδρες
μακάρι να ήτανε τόσο απλό.



και για να τελειώνουμε με τις ενοχές κυρίες και κύριοι: 

Ας επικαλεστούμε και πάλι τον σοφό Δεληβοριά όπου με τρεις σειρές εξηγεί τα πάντα: 


Κάποιες μέρες η αγάπη απλά στρίβει το δρόμο
κοιτάει λίγο πίσω σηκώνει τον ώμο
και χάνεται ενώ εσύ ρωτάς το κενό




.






place fernard rey





Όταν είσαι μόνος σου σε ένα καφέ, γίνεσαι παρατηρητής.
Παρατηρητής των σκέψεων σου και των ανθρώπων. 

Το μυαλό τρέχει σε δυο ταχύτητες.
Έχουμε την εσωτερική και την εξωτερική παρατήρηση. 

Όσον αφορά την εξωτερική παρατήρηση:

Για τον χώρο:
Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι αυτή η όμορφη εικόνα, μπορεί να υπάρχει για κάποιους ως καθημερινότητα. Φυσικά στο βάθος, το μουσικό χαλί του καφέ είναι λίγη ακόμα jazz... Η Lyon είναι jazz. H Γαλλία ολόκληρη πλέον είναι jazz για 'μένα...
Για τους ανθρώπους:
Είναι ωραίο να συναντιέσαι με τα βλέμματά τους.
Δίπλα μου, δύο κοπέλες διαβάζουν για την χειρομαντία...
"είμαστε χαζές έως καθυστερημένες ορισμένες φορές..." σκέφτομαι.

Παραδίπλα ένας εικοσιοκτάρης με σακάκι και τζιν κάθεται επίσης μόνος του.
Αλλά αυτός δεν είναι στην ίδια κατηγορία παρατηρητή. Έχει άλλη παρέα.
Το τσιγάρο του και τα ακουστικά στα αυτιά.
Φαίνεται απασχολημένος και απομονωμένος.
Ο κόσμος που περνάει είναι αδιάφορος, προς το παρόν τουλάχιστον.

χα! Με το που το λέω περνάει ένας τύπος που είχαμε δει την δεύτερη βραδιά στο "bec de jazz" (σας το 'πα). Εμένα και τότε αδιάφορος μου είχε φανεί ο συγκεκριμένος αλλά έτυχε να διαφωνούμε στο συγκεκριμένο σημείο με την τότε παρέα. 

Εσωτερική παρατήρηση: 

Για τον χώρο: Θα μου λείψουν όλα. 
Να μπορούσα να είμαι στον ίδιο χώρο τον ίδιο χρόνο με Σ., Φ. και Ο. και θα μπορούσα να μείνω την μισή μου ζωή εδώ. Μελόδραμα. Σταματάω.
Το καφέ που αποφασίζεις να καθίσεις μόνη σου, σπάνια επιλέγεται τυχαία..
Παρόλα αυτά σήμερα επέλεξα το "λάθος" καφέ. Όχι τελείως λάθος βέβαια. Ας πούμε ότι αυτό ήταν το plan B της υπόθεσης.

Για τους ανθρώπους: Ως επί το πλείστον έναν σκέφτομαι.
Το ηλίθιο γυναικείο μυαλό αναλύει διαρκώς την πιθανή εγκεφαλική και καθημερινή δραστηριότητα του προαναφερθέντος και καταλήγει σχεδόν πάντα στο ίδιο σημείο:
Στο τίποτα. 

Ένα διαρκές ανούσιο χάσιμο χρόνου.
Δεν ξέρω πως, αλλά ηλιθιωδώς ελπίζει ότι η σκέψη αυτή θα μπορέσει να σταθεί ως κάτι αντίστοιχο της θεωρίας του χάους και το παράδειγμα του φαινομένου της πεταλούδας, 

όπου το φτερούγισμα μιας πεταλούδας εδώ και τώρα δηλαδή, θα μπορέσει να επηρεάσει με κάποιο τρόπο την ζωή κάποιου (στην προκειμένη περίπτωση), σε απόσταση 600 χιλιομέτρων μακριά από εδώ... 
με κάποιο μαγικό τρόπο.


και μετά με πείραξαν οι κοπέλες δίπλα που μελετούσαν στα βιβλία τους χειρομαντία...





Ανόητη meuf






Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Look bar




Μόλις έχει μπει ο Μάρτιος. Ή μήπως τέλος Φεβρουαρίου. Η μνήμη μου δεν με βοηθάει εδώ…

Μετά το hot club πήγαμε μια βόλτα από Flaningans. Ήπιαμε μπύρες και εσείς γκρινιάζατε. Κι οι μπύρες ήταν κερασμένες, γιατί κουφάλα, σου έκατσε τελικά! Παρά την γκρίνια σου. Και χάρηκα απ’την καρδιά μου!

Μετά περπατήσαμε, ο ψηλός, η χελώνα και εγώ ως ΤΟ μαγαζί. Διασχίσαμε τον Saône και φτάσαμε μετά από ένα δεκάλεπτο περπάτημα στο Look bar. Είπες δυο κουβέντες με τον (φυσικά μαύρο) πορτιέρη. –γιατί πως αλλιώς θα μπορούσε να είναι ένας τύπος που δουλεύει πόρτα σ’ένα μπαρ της Νέας Ορλεάνης;-
Μπορώ να με φανταστώ ακόμα και τώρα να γελάω με τα γαλλοθεσσαλονικιώτικά σου. Και δεν είναι τυχαίο που αυτή η -ανύπαρκτη έστω- λέξη έχει τρία λάμδα.
Και τελικά τον έπεισες παρά του ότι ήταν περίπου τρεις και μισή, να μας αφήσει να μπούμε. Γιατί εκτός των άλλων, όταν ένα μαγαζί εδώ κλείνει,
ΚΛΕΙΝΕΙ._

~
Το Μαγαζί


Φυσικά και θα είχε βαριές μπορντώ κουρτίνες για να περάσεις, αλλά η φαντασία μου έφτανε μόνο ως εκεί. Που να φανταστώ τι κρύβεται πίσω από αυτές τις κουρτίνες;
Ξύλινο μπαρ, χαλί χοντρό κάτω, μπορντώ επίσης αν θυμάμαι καλά. Φως κίτρινο και διακριτικό. Πάνω από το μπαρ ξύλο σκαλισμένο διαχωριστικό για το δεύτερο πάτωμα.
-μακάρι να είχα τις απαραίτητες γνώσεις να το περιγράψω με κάθε λεπτομέρεια-
Και φυσικά ξύλινες σκάλες σε μια άκρη που σε βγάζουν εκεί. Χώρος ενιαίος. Κουρτίνες βαριές και μπορντώ παντού. Σε μια γωνία, υπάρχει ένα φωτιστικό με ένα μικρό άγαλμα

Πίσω από το μπαρ, δυο άνδρες, έχουν και οι δυο πάνω από 55 χρόνια στην πλάτη τους αλλά δεν θα ταίριαζε κανένας άλλος να βρίσκεται στην θέση τους.
Εκείνη την νύχτα ήπιαμε cocktail maison (αυτό θυμάμαι να λες τουλάχιστον),
κόσμος διαφόρων ηλικιών, ηθών και προτιμήσεων.
Α, και ένας μεσιέ που είχε βγει νοκ-αουτ και έπεφτε μια απ’ την μια, μια απ’ την άλλη αφού κοιμόταν όρθιος. Μια παρέα κοπέλες παρακεί, τον σήκωναν κάθε λίγο που πήγαινε να πέσει. 

Πόση ατμόσφαιρα σε ένα μπαρ;;!

Δεύτερη νύχτα στο Look bar ακούω από κάποιον στην παρέα να λέει ότι το μπαρ έχει 40 χρόνια λειτουργίας και κάποτε λέει ήταν οίκος ανοχής… Φήμες ή μη, το μυστήριο που το περιβάλλει δένει ακόμα περισσότερο.

Τελευταία φορά ήταν γύρω στις 02:00 όταν επιχειρήσαμε να το επισκεφθούμε.
Αυτήν την φορά ήμασταν μόνες μας εγώ και η Κ.
Στην πόρτα πάντα ο ίδιος τύπος, μιλάει με 3-4 ακόμα και κάνοντας να μπούμε μας ρίχνει ένα προβληματισμένο βλέμμα, συνοδευόμενο από την ατάκα:

-Tout le monde est majeur, huh?
Κοιταζόμαστε και γελάμε δυνατά.
-Ouai on a vingt-trois ans.. pas de souci.

Καθόμαστε στο μπαρ. Δεν είχαμε ιδέα τι θέλαμε να πιούμε, αλλά δεν είχε σημασία. Γιατί ήξερε ο μπάρμαν. Ήταν ο Γιάννης Αγγελάκας με μαύρο ζιβάγκο, κάτασπρο μαλλί και φράντζα. Τον εμπιστευτήκαμε γιατί τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε με αυτό το παρουσιαστικό και μετά από την ατάκα: «Les meufs aiment beaucoup..»
Και φυσικά μας έφερε ένα τέλειο κοκτέιλ. Δυνατό, όχι σαν εκείνα τα φλώρικα της Βαστίλης.
Και δεν παίζει γαλλικά τραγούδια, όλως παραδόξως. Μόνο Jim Morrison.
Μετά από λίγο η μουσική σταματάει. Και εμφανίζεται από το πουθενά ένας jitano με μακριά μαλλιά και μια κιθάρα αλα μπρατσέτα, με σάπια δόντια ξεκινώντας να παίζει και να τραγουδάει ισπανικά τραγούδια. Έρχεται δίπλα μας, δεν έχει πολύ κόσμο και τραγουδάει όπως και όσο μπορεί ενώ παράλληλα απολογείται για τα φάλτσα του εξηγώντας μας -τραγουδώντας παρακαλώ-, ότι έχει πονόλαιμο. Πίσω του μια χοντρή παρδαλή με ένα ντέφι στο χέρι απλώνει την χερούκλα της στο μέρος μας και περιμένει επίμονα το κατιτίς για το θέαμα.
Η βραδια κλείνει με ένα τελευταίο νούμερο. Αυτό με τα ταχυδακτυλουργικά. Πρόκειται για δύο ταλαντούχους νεαρούς, τον Martin και τον Matthieu. Ένα δίδυμο αχτύπητο που με δυο τράπουλες και μια ευκολία σαν να ‘χαν εμπειρία χρόνων μας μάγεψαν. Φεύγοντας, μας άφησαν σε μια ντάμα κούπα και ένα εφτάρι απάνω, τα τηλέφωνα τους. Τόσο απλά, διακριτικά.

Μόνο στο Look bar γίνοντα αυτά.



σουρεάλ