Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2021

Η φύση μας απαιτεί να λύνουμε τις διαφορές μας συζητώντας αδελφικά. Δεν μπορούμε να ρυθμίσουμε αυτό που η ζωή έχει ήδη ρυθμίσει.



 ...Γονάτισα δίπλα στον ξαπλωμένο γέροντα, προσέχοντας να μην ταράξω την γαλήνη του. Κοιμόταν με το κεφάλι ελαφρά γερμένο στον ένα του ώμο. Κάπου κάπου σάλευε τα χείλια και τα φρύδια του. Ποιες εικόνες ενοικούσαν τα όνειρά του; Μπορεί, ανάμεσα σ'αυτές, να 'ταν κι η εικόνα του αδελφού του, του Χεράρδο, παιδιού ακόμα, να μαζεύει ελιές, ή να κατηφορίζουν μαζί για τη Χαέν, μια Κυριακή που 'χε ταυρομαχίες, ή να σκαρφαλώνουν στην κορφή του Βράχου του Μάρτος, εκεί απ' όπου, τα παλιά τα χρόνια, γκρέμιζαν τους θανατοποινίτες. 

Το πρόσωπό του, σκαμμένο με άπειρες ρυτίδες, και μ'ένα αραιό, λευκό γένι, έδειχνε υγιέστατο. Το σώμα του ήταν λεπτό, με μεγάλα χέρια, και τα χοντρά δάχτυλα μαρτυρούσαν τον αγρότη. Και τα πόδια του ήταν μεγάλα -όπως του παππού μου. Καλά πόδια για περπάτημα. 

Ο γέροντας άνοιξε τα μάτια. Είδα το είδωλό μου στις γκρίζες κόρες των ματιών του, που αστραποβολούσαν. Προσπαθούσε να κατατάξει την εικόνα μου ανάμεσα στις αναμνήσεις του. 

"Ο Πακίτο είσαι, έτσι; Ο γιος της γαλατούς."
"Όχι δεν είμαι ο Πακίτο"
"Δε σ'ακούω γιε μου. Τι είπες;"
"Όχι, δον Άνχελ. Δεν είμαι ο Πακίτο" επανέλαβα, ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής μου. 
"Ε τότε, θα'σαι ο Μιγκελίγιο. Σαν πολλή ώρα δε σου πήρε να 'ρθεις;"
"Δον Άνχελ, θυμάσαι τον αδελφό σου, τον Χεράρδο;"

Κι εκείνη τη στιγμή, το βλέμμα του γέροντα διαπέρασε το δέρμα μου, τρύπησε όλα μου τα κόκαλα, βγήκε απ'το πορτάκι έξω, στο δρόμο, ανηφόρισε και κατηφόρισε, προσκύνησε κάθε δέντρο, κάθε σταγόνα λάδι, κάθε γουλιά κρασί, κάθε σβησμένο χνάρι, κάθε τραγουδισμένη καντάδα, κάθε ταύρο θυσιασμένο την κακιά ώρα, κάθε ηλιοβασίλεμα, κάθε τρίκωχο καπέλο που "σήκωσε κεφάλι" στους νοικοκυραίους, κάθε μαντάτο που ήρθε από μακριά, κάθε γράμμα που σταμάτησε να'ρχεται γιατί έτσι ειν' η ζωή η πουτάνα, κάθε σιωπή που παρατάθηκε ώσπου να παγιωθεί η απόλυτη αποξένωση. 

"Χεράρδο...; Αυτόν που τον έλεγαν "Φίδι";

Όλο το 'σκαγε ο παππούς μου. Τον φοβόνταν και τον έψαχναν. Κι εκείνος άλλαζε πετσί κι ονόματα, κι όλο την ίδια εξεγερμένη αγάπη ζέσταινε στον κόρφο του.

"Ναι, δον Άνχελ. Έτσι τον έλεγαν."
"Ο αδελφός μου...; Αυτός που πήγε στην Αμερική;"

Ναι. Αυτός που πήγε στην Αμερική. Ένας απ' όλους αυτούς που μπήκαν στα καράβια γεμάτοι ελπίδα, απ' αυτούς τους Ισπανούς που, τέσσερις αιώνες μετά την ένοπλη εισβολή στην Αμερική, έφυγαν αναζητώντας την γαλήνη, κι εκεί τους καλοδέχτηκαν, και βρήκαν ξυλεία για να χτίσουν τα σπίτια τους, κι αρχοντικό κερί από μέλισσες δουλεύτρες για να γυαλίσουν τα τραπέζια τους, και ξηρά κρασιά για να πλάσουν τα καινούργια τους όνειρα, και μια γη που τους είπε : τόπος σου είναι εκεί όπου νιώθεις καλύτερα. 

Ο παππούς μου. Αυτός που πήγε στην Αμερική. Αυτός που διέσχισε τη θάλασσα και, στην άλλη άκρη, βρήκε ανθρώπους έτοιμους. ν'ακούσουν τη φωνή του : "Το κοινωνικό συμβόλαιο είναι μια ατιμία των εχθρών του ανθρώπου. Η φύση μας απαιτεί να λύνουμε τις διαφορές μας συζητώντας αδελφικά. Δεν μπορούμε να ρυθμίσουμε αυτό που η ζωή έχει ήδη ρυθμίσει". Αυτά έλεγε ο παππούς μου όταν ήμουνα παιδάκι, και μ' έπαιρνε μαζί του στις συνεδριάσεις της Εργατικής Αλληλεγγύης. 

"Ναι, δον Άνχελ. Αυτός που πήγε στην Αμερική."
"Εσύ είσαι ο αδελφός μου;"

Από πολύ βαθιά μέσα μου, ο παππούς μου με παρακινούσε ν' απαντήσω : "Ναι. Πες του "ναι" κι αγκάλιασέ τον. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε αδέλφια, και στα ανυπεράσπιστα γηρατειά θάλλουν οι αιώνιες κι εύθραυστες αλήθειες".

"Όχι δον Άνχελ. Ο αδελφός σου, ο Χεράρδο, ήταν ο παππούς μου."

Το πρόσωπο του γέροντα σκοτείνιασε. Ανασηκώθηκε στην πολυθρόνα, ακούμπησε τα χέρια του στα γόνατά του και με περιεργάστηκε από πάνω ως κάτω. Άραγε, θα μου ζητούσε κάνα χαρτί; Ή να του ανοίξω το στήθος μου και να του δείξω την καρδιά μου;

"Μαρία!" φώναξε.

Από το σπίτι βγήκε μια γερόντισσα, ντυμένη στα κατάμαυρα. Τ'ασημένια της μαλλιά ήταν δεμένα κότσο, και με κοίταζε καλοσυνάτα. Ο δον Άνχελ ξερόβηξε, κι ύστερα είπε το πιο ωραίο ποίημα που μου χάρισε ποτέ η ζωή, και τότε κατάλαβα πως, επιτέλους, είχα κλείσει τον κύκλο, γιατί βρισκόμουν στην αφετηρία του ταξιδιού που 'χε ξεκινήσει ο παππούς μου. Ο δον Άνχελ είπε : 

"Γυναίκα, φέρε κρασί, γιατί μας ήρθε ένας συγγενής απ' την Αμερική". 



Patagonia Express
Luis Sepulveda


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου