Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2021

Η φύση μας απαιτεί να λύνουμε τις διαφορές μας συζητώντας αδελφικά. Δεν μπορούμε να ρυθμίσουμε αυτό που η ζωή έχει ήδη ρυθμίσει.



 ...Γονάτισα δίπλα στον ξαπλωμένο γέροντα, προσέχοντας να μην ταράξω την γαλήνη του. Κοιμόταν με το κεφάλι ελαφρά γερμένο στον ένα του ώμο. Κάπου κάπου σάλευε τα χείλια και τα φρύδια του. Ποιες εικόνες ενοικούσαν τα όνειρά του; Μπορεί, ανάμεσα σ'αυτές, να 'ταν κι η εικόνα του αδελφού του, του Χεράρδο, παιδιού ακόμα, να μαζεύει ελιές, ή να κατηφορίζουν μαζί για τη Χαέν, μια Κυριακή που 'χε ταυρομαχίες, ή να σκαρφαλώνουν στην κορφή του Βράχου του Μάρτος, εκεί απ' όπου, τα παλιά τα χρόνια, γκρέμιζαν τους θανατοποινίτες. 

Το πρόσωπό του, σκαμμένο με άπειρες ρυτίδες, και μ'ένα αραιό, λευκό γένι, έδειχνε υγιέστατο. Το σώμα του ήταν λεπτό, με μεγάλα χέρια, και τα χοντρά δάχτυλα μαρτυρούσαν τον αγρότη. Και τα πόδια του ήταν μεγάλα -όπως του παππού μου. Καλά πόδια για περπάτημα. 

Ο γέροντας άνοιξε τα μάτια. Είδα το είδωλό μου στις γκρίζες κόρες των ματιών του, που αστραποβολούσαν. Προσπαθούσε να κατατάξει την εικόνα μου ανάμεσα στις αναμνήσεις του. 

"Ο Πακίτο είσαι, έτσι; Ο γιος της γαλατούς."
"Όχι δεν είμαι ο Πακίτο"
"Δε σ'ακούω γιε μου. Τι είπες;"
"Όχι, δον Άνχελ. Δεν είμαι ο Πακίτο" επανέλαβα, ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής μου. 
"Ε τότε, θα'σαι ο Μιγκελίγιο. Σαν πολλή ώρα δε σου πήρε να 'ρθεις;"
"Δον Άνχελ, θυμάσαι τον αδελφό σου, τον Χεράρδο;"

Κι εκείνη τη στιγμή, το βλέμμα του γέροντα διαπέρασε το δέρμα μου, τρύπησε όλα μου τα κόκαλα, βγήκε απ'το πορτάκι έξω, στο δρόμο, ανηφόρισε και κατηφόρισε, προσκύνησε κάθε δέντρο, κάθε σταγόνα λάδι, κάθε γουλιά κρασί, κάθε σβησμένο χνάρι, κάθε τραγουδισμένη καντάδα, κάθε ταύρο θυσιασμένο την κακιά ώρα, κάθε ηλιοβασίλεμα, κάθε τρίκωχο καπέλο που "σήκωσε κεφάλι" στους νοικοκυραίους, κάθε μαντάτο που ήρθε από μακριά, κάθε γράμμα που σταμάτησε να'ρχεται γιατί έτσι ειν' η ζωή η πουτάνα, κάθε σιωπή που παρατάθηκε ώσπου να παγιωθεί η απόλυτη αποξένωση. 

"Χεράρδο...; Αυτόν που τον έλεγαν "Φίδι";

Όλο το 'σκαγε ο παππούς μου. Τον φοβόνταν και τον έψαχναν. Κι εκείνος άλλαζε πετσί κι ονόματα, κι όλο την ίδια εξεγερμένη αγάπη ζέσταινε στον κόρφο του.

"Ναι, δον Άνχελ. Έτσι τον έλεγαν."
"Ο αδελφός μου...; Αυτός που πήγε στην Αμερική;"

Ναι. Αυτός που πήγε στην Αμερική. Ένας απ' όλους αυτούς που μπήκαν στα καράβια γεμάτοι ελπίδα, απ' αυτούς τους Ισπανούς που, τέσσερις αιώνες μετά την ένοπλη εισβολή στην Αμερική, έφυγαν αναζητώντας την γαλήνη, κι εκεί τους καλοδέχτηκαν, και βρήκαν ξυλεία για να χτίσουν τα σπίτια τους, κι αρχοντικό κερί από μέλισσες δουλεύτρες για να γυαλίσουν τα τραπέζια τους, και ξηρά κρασιά για να πλάσουν τα καινούργια τους όνειρα, και μια γη που τους είπε : τόπος σου είναι εκεί όπου νιώθεις καλύτερα. 

Ο παππούς μου. Αυτός που πήγε στην Αμερική. Αυτός που διέσχισε τη θάλασσα και, στην άλλη άκρη, βρήκε ανθρώπους έτοιμους. ν'ακούσουν τη φωνή του : "Το κοινωνικό συμβόλαιο είναι μια ατιμία των εχθρών του ανθρώπου. Η φύση μας απαιτεί να λύνουμε τις διαφορές μας συζητώντας αδελφικά. Δεν μπορούμε να ρυθμίσουμε αυτό που η ζωή έχει ήδη ρυθμίσει". Αυτά έλεγε ο παππούς μου όταν ήμουνα παιδάκι, και μ' έπαιρνε μαζί του στις συνεδριάσεις της Εργατικής Αλληλεγγύης. 

"Ναι, δον Άνχελ. Αυτός που πήγε στην Αμερική."
"Εσύ είσαι ο αδελφός μου;"

Από πολύ βαθιά μέσα μου, ο παππούς μου με παρακινούσε ν' απαντήσω : "Ναι. Πες του "ναι" κι αγκάλιασέ τον. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε αδέλφια, και στα ανυπεράσπιστα γηρατειά θάλλουν οι αιώνιες κι εύθραυστες αλήθειες".

"Όχι δον Άνχελ. Ο αδελφός σου, ο Χεράρδο, ήταν ο παππούς μου."

Το πρόσωπο του γέροντα σκοτείνιασε. Ανασηκώθηκε στην πολυθρόνα, ακούμπησε τα χέρια του στα γόνατά του και με περιεργάστηκε από πάνω ως κάτω. Άραγε, θα μου ζητούσε κάνα χαρτί; Ή να του ανοίξω το στήθος μου και να του δείξω την καρδιά μου;

"Μαρία!" φώναξε.

Από το σπίτι βγήκε μια γερόντισσα, ντυμένη στα κατάμαυρα. Τ'ασημένια της μαλλιά ήταν δεμένα κότσο, και με κοίταζε καλοσυνάτα. Ο δον Άνχελ ξερόβηξε, κι ύστερα είπε το πιο ωραίο ποίημα που μου χάρισε ποτέ η ζωή, και τότε κατάλαβα πως, επιτέλους, είχα κλείσει τον κύκλο, γιατί βρισκόμουν στην αφετηρία του ταξιδιού που 'χε ξεκινήσει ο παππούς μου. Ο δον Άνχελ είπε : 

"Γυναίκα, φέρε κρασί, γιατί μας ήρθε ένας συγγενής απ' την Αμερική". 



Patagonia Express
Luis Sepulveda


Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2021

siempresente

 


That's it!

240km in two days
Lille > Boulogne-sur-mer > Lille

Everytime I'm on the bike, I feel the freedom and gratitude in their utmost level.
It's like a prayer, like a meditation. It's the space where one never feels lost inside.
the place where you HAVE to face your fears, where you HAVE to protect your body and soul for survival reasons and that comes that naturally, that spontaneously... as if it has always been like that.
As if it has always been the only mechanism you know treating yourself. 

It's definitely to me, one of the most beautiful solitaria & collectiva activity. 

i openly confess my love and my respect to the experiences bicycle can offer to a human THOUGH,
I know more than ever before that a bike trip (or a trip) does not bring you all the happiness one needs. 
Certainly, it can make you discover skills and faces of yourself or realize things and pour light to hidden corners of your soul, but I know that...
 real change, comes from within.

The bike trip is maybe just the ticket to get to your a version of yourself that knows where to look for happiness, not the destination itselft.
Maybe tomorrow something will happen and I'll no more be able to cycle. 
Injuries can happen...
like the painful one I had last year.

I can cross 10.000 or more kilometers, meet people, learn about other cultures,
 but if I do not connect with my own peace in the siempresente
if I don't fight my demons,
my fears or guiltiness steming from my choices living far from the people I love most in life,
if I cannot provide a shelter to that girl and
if I cannot acknowledge and forgive me for my weaknesses and ACT to give me solutions, (problem > solution)
if I cannot realize and feel by myself the bless I have to breath, to have legs that can make these two bike wheels move, to have survived from depression once and twice,
if I cannot see the braveness to have loved and offered my energy, my songs, my paintings and my colours with all my heart to someone that was not interested to receive them rejecting them or ignoring and still finding the courage to feel again, to give again...

then i'll never be able to take and bear the responsibility of my own happiness.
I will risk ending up more disappointed than before in this notorious "pursuit of happiness"
remain frozen, when I'm supposed to be water and flow.
feel withered, when I'm supposed to combine "carpe diem" & "amor fati" to blossom.






 




Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2020

pedaleon


Αγαπάει το ποδήλατο.
Γιατί όταν είναι πάνω σ' αυτούς τους δυο τροχούς, τότε ποτέ δεν νιώθει στα χαμένα.
Ο προορισμός είναι ξεκάθαρος και είναι ο ίδιος ο δρόμος.
Ακόμα και όταν δεν υπάρχει σαφής προορισμός

Αγαπάει το ποδήλατο. 
Γιατί με τα χιλιόμετρα που αφήνει πίσω, με αυτά μετράει τη δύναμή του
και αυτό του δίνει συνέχεια κουράγιο να τραβήξει κι άλλο μπροστά, όσο πάει. όσο γουστάρει.

Γιατί εκεί που θα έχει ξεθεωθεί απ' την κούραση, θα ανακαλύψει τα αποθέματα ενέργειας στους κρυμμένους μυς του σώματός του.
Αυτούς που σπάνια έως ποτέ, στην ρουτίνα της πόλης, δεν επικαλείται.

Το ποδήλατο είναι ελευθερία. 

και η ελευθερία είναι αγάπη.









Κυριακή, 24 Μαΐου 2020

η καλύτερή μας







Μας πρότειναν να δουλέψουμε καλύτερα από τα "σπίτια" μας,

 - και εμείς βγήκαμε και εκείνο το ίδιο βράδυ και πήγαμε στο αγαπημένο μας μπαρ και χορέψαμε. Ήταν λίγο πριν το κλείσουν και αυτό όπως και όλα τα άλλα. 

Μας είπαν να απομονωθούμε,

 - και εμείς περνούσαμε τα 24ωρά μας πάντα παρέα και κάναμε τις πιο ανόητες παλαβομάρες. Τι να σου κάνουν 2 παιδιά 29 χρονών;
 - κοροϊδεύαμε τον κόσμο άλλοτε ειρωνικά και άλλο πειραχτικά απαντώντας με σκαστά φιλιά από 2 μέτρα απόσταση (την ενδεδειγμένη) και αγάπη στα βλέμματά τους που ήταν γεμάτα εχθρικότητα, επιφυλακτικότητα και φόβο.
Ο φόβος στα μάτια τους "φώναζε" από μακριά. Απέφευγαν κάθε τι που βάδιζε τάχα προς το μέρος τους. 
Μας είπαν να μείνουμε σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων απ' το σπίτι μας,
 

- και εσύ με πήρες να μου δείξεις το δάσος μας, το δάσος που κρυβόταν στην γειτονιά μας... που το χειμώνα κοιμόταν να ξεκουραστεί περιμένοντας την αγάπη του, την γλυκιά Άνοιξη. 
Δέος
Θαυμασμός 
Αυτές οι δύο λέξεις μου ήρθαν στο μυαλό, μην μπορώντας να πιστέψω πως για πρώτη φορά ζούσα τόσο κοντά σε ένα δάσος.
Ποια; Εγώ.


Μας εμπόδισαν να ταξιδέψουμε και σύντομα μας έκλεισαν τα σύνορα,

 - και εμείς ξεκινήσαμε να οργώνουμε αυτήν την μικροσκοπική χώρα με τα ποδήλατα. Όχι με δικά μας. Με αυτά της πόλης. Και ανακάλυψες την ευτυχία αυτού του πολυλατρεμένου οικολογικού δίκυκλου που τόσο μου έκλεψε την καρδιά το περασμένο καλοκαίρι. 

Μας είπαν να αποφεύγουμε τις επαφές και να απολυμαινόμαστε, 

 - και ευτυχώς δεν υπέκυψα στην ψυχολογική αυτήν βια και εκείνο το πρώτο Μαρτιάτικο Σάββατο μοιράστηκα τα παπλώματά μου με αυτό το αλητήριο πιτσιρίκι και κοιμηθήκαμε ζεστά και ωραία και το πρωί πήγαμε σαν έφηβοι με τις πυτζάμες σχεδόν στον φούρνο της γειτονιάς, να φάμε αυγά τηγανητά και κρουασάν. Και καφέ.

Mας εξηγούσαν με έναν καταιγισμό άρθρων πως να πιάνουμε με το γάντι το κρεμμύδι και πως να απολυμαίνουμε τα φρούτα μας και με τί με το που πάμε σπίτι, 

- και εμείς είπαμε "γαμιέστε" και αρχίσαμε την κηπουρική. Το σπίτι μας γέμισε σπόρους που τους φυτέψαμε μόνοι μας και κάθε μέρα τους βλέπαμε να μεγαλώνουν. Ήταν τα "μωρά" μας όπως τα αποκαλούσες.
Και εσύ δεν έμεινες στις γλάστρες. Έσκαψες ολόκληρο μποστάνι στον κήπο. Για να μεταφυτέψουμε τα βλαστάρια μας όταν θα ερχόταν η ώρα. 
- ύστερα μια μέρα χτύπησε το κουδούνι και ήρθε η "April" στην ζωή μας. Το κορίτσι που διψούσε για φως, της άρεσε να ακούει κλασσική και μεγάλωσε με νονούς της τους Simon & Garfunkel.

 - εγώ ζωγράφισα. Με χρώματα. Σχεδίασα τον κήπο της Άννας της γειτόνισσας και μετά ζωγράφισα κάτι απ'την καρδιά μου για την αγαπημένη μου Ο. που είχα τα τριακοστά της γενέθλια και έπρεπε να τα περάσει στο έτσι. Της έγραψα και ένα γράμμα γιομάτο αγάπη και το έβαλα σε έναν φάκελο και αυτόν σε άλλον φάκελο μήπως και το σιγουρέψω καλύτερα πως θα πάει. Το έστειλα με το ταχυδρομείο και δυστυχώς δεν έφτασε ποτέ. 

Αλήτες.
Η Άννα έχει και 2 γάτες -δεν σας είπα-, την Ελίζα και τον Εμίλ. Ο Εμίλ είναι κατάμαυρος και είναι το αγόρι μου, έτσι τον φωνάζω. Αγαπιόμαστε πολύ. Τα μάτια του είναι πράσινα και είναι πάντα τρυφερός και όολο μαδάει τρίχες.

- και παράγγειλα (το μοναδικό που παράγγειλα αυτούς τους 2 μήνες μετά από μέερες σκέψης) και μια ζώνη για τον "Όλυμπο", την κιθάρα μου και μεταμορφώθηκε γκόμενος σωστός. 

Εσύ αποφάσισες να μάθεις κιθάρα και κάθε μέρα θαυμάζω την αφοσίωση στον στόχο σου. 
<<η επανάληψη είναι η μήτηρ πάσης μαθήσεως>> μου είχε μάθει κάποιος και πού να 'ξερα τότε πόσο δίκιο και ουσία κρύβει μέσα της αυτή η φράση; 
Φαίνεται απ'την πολλή επανάληψη πλέον δεν άκουγα το περιεχόμενο. 


- πιο αργά προς το τέλος της Άνοιξης ήρθε η εποχή των croissant και των pancakes και τα σαββατοκυριακάτικα πρωινά μας γίναν ακόμα πιο νόστιμα.



Μας πλάσαραν και πλατφόρμες ομαδικών διαδικτυακών κλήσεων, 
- και κατ' εξαίρεση μιας γενέθλιας κλήσης και μιας άλλης δεύτερης υπερατλαντικής δεν συμμετείχα σε όλο αυτό το πανηγύρι
Και διάβασα βιβλία.
Διάβασα το πρώτο μου βιβλίο στα χιλιανά (όχι, όχι στα καστεγιάνικα. Χιλιανά ήταν) και ξαναδιάβασα τον Σιντάρτα του Hermann Hesse γιατί το χρειαζόταν η ψυχή μου. Σε ένα σαββατοκύριακο το τελείωσα και μου έκανε όντως πολύ καλό. Ζήτω το διάβασμα.

- αμ το άλλο πώς να το ξεχάσω; 
Μέσα σε όλες μας τις ζαβολιές, μπαμ καραμπινάτο έκανε εκείνο το απόγευμα της Κυριακής που είχες αυτή την αυθόρμητη φαεινή ιδέα να "δανειστούμε" εκείνο το μπουκάλι σαμπάνιας που είχαν κάνει δώρο της συγκατοίκου μας απ'την δουλειά της με την προϋπόθεση ότι μετά θα αγοράζαμε το μπουκάλι πίσω και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Διστακτική είπα "κακή ιδέα..." και φυσικά στο τέλος μπήκε στο σακίδιο και πήραμε τα ποδήλατα και μέσα στην νύχτα μπήκαμε στο δάσος. Πρώτη φορά με τα ποδήλατα βράδυ στο δάσος ήταν τόοοοοσο μαγικά και έντονα...

Γελάσαμε, χορέψαμε, διαφωνήσαμε, "την είπαμε" ο ένας στον άλλον και κάναμε μούτρα και μαλώσαμε ακόμα

πήραμε τον χρόνο μας να αποκαταστήσουμε τις ισορροπίες και ξαναμονιάσαμε
αισθάνθηκα πολλή μοναξιά. πάρα πολλή κάποιες φορές 
και αισθάνθηκα και πολλή και έντονη ευγνωμοσύνη. 

τι όμορφα που περάσαμε και αυτή την ξεχωριστή Άνοιξη Θέε μου. 


Η καλύτερή μας!










Τετάρτη, 13 Μαΐου 2020

mi primera novela chilena




"Tenemos tres dias, no nos apuremos", dijo. Acaricié su torso desnudo, sus brazos, sus hombros, recorriendo la topografia desconocida de ese cuerpo, sus valles y montes, admirando su piel lisa color bronce antiguo, piel de africano, la arquitectura de sus huesos largos, la forma noble de su cabeza, besando la hendidura del menton, los pomulos de barbaro, los languidos parpados, las orejas inocentes, la manzana de Adan, el largo camino del esternon, las tetillas como arandanos, pequeñas y morada. Volvi a arremeter contra su cinturon y nuevamente Daniel me detuvo con el pretexto que queria mirarme. 

Empezo a quitarme la ropa y es de nunce acabar: chaleco viejo de cachemira de Manuel, una franela de invierno, debajo otra mas delgada, tan desteñida que Obama es un solo borron, sosten de algodon con un tirante prendido con alfiler de ganchom pantalones comprados con Blanca en la tienda de ropa usada, cortos de pierna, pero abrigadores, medias gruesas y por ultimo las bragas blancas de colegiala que mi abuela me puso en la mochila en Berkeley. Daniel me tendio de espaldas en el nido y senti los arañazos de las rudas frazadas chilotas, insoportables en otras circunstancias y sensuales en ese momento. Con la punta de la lengua me lamio como un caramelo, haciendome cosquillas en algunas partes, despertando quien sabe que animalejo dormido, comentando el contraste de su piel oscura y mi olor original de escandinava, visible en su mortal palidez en lo sitios donde no pega el sol.

..."



"y me acurruqué en el abrazo de Daniel, ronroneando dichosa en el calor de su cuerpo y el olor amilzclado de los dos."




El cuaderno de Maya

Isabel Allende


Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2020

άναρχα σημειώματα μιας νέας πραγματικότητας



αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω. Όχι γιατί έχω κάτι το συγκλονιστικό να διηγηθώ...
πιο πολύ από ανάγκη να νιώσω μια κάποια επικοινωνία.

κιτσάτο δεν λέω... να πω τα νέα ξεκινήματα είναι δύσκολα.
κουραστικό δεν λέω... να επαναλαμβάνω πόσο απάλευτα είναι εδώ, πόσο άχρωμη και άοσμη είναι αυτή η νέα τάξη πραγμάτων
ψυχοφθόρο δεν λέω... να περιγράφω πως είναι να προσπαθείς να προετοιμάζεις τον εαυτό σου ψυχολογικά, πόσο ζόρικο είναι να τον "ψήνεις" με τεχνάσματα να δοκιμάζει να κοινωνικοποιηθεί -δια της βίας πολλές φορές- (πως είναι ένα πράγμα όταν είσαι άρρωστος και σου λέει η μάνα σου ότι πρέπει να το πιεις το σιρόπι για να πέσει ο πυρετός και εσύ ο καημένος κλείνεις την μύτη και με βαριά καρδιά το κάνεις παρόλο που είναι αυτό του οποίου την γεύση σιχαίνεσαι)
έτσι είναι και αυτό.

να λές : σήμερα είναι Παρασκευή βράδυ, σήμερα θα βγούμε, είναι η ευκαιρία σου να γνωρίσεις κόσμο, κάν'το να χαρείς!

όχι από φόβο μοναξιάς...
απλά να,

ξέρω πια πως περιβαλλόμενος από ωραία τυπάκια ζεις καλύτερα.


Θα θελα να γράφω πιο συχνά αυτές τις μέρες
να γράφω σε χαρτί.

προσπαθώ να αποσυνδέσω αυτές τις στιγμές από την συνήθεια του καφέ που τόσο αγαπάω
γιατί από αγάπη έγινε εμμονή και αποφάσισα ότι δεν θέλω να συνεχίσω έτσι
ότι ο οργανισμός μου αξίζει κάτι καλύτερο.

και είμαι δυνατή και μπορώ και θα το κάνω

όπως και αυτή την χρονιά εδώ στην νέα αυτή πόλη και χώρα θα την βγάλω 
και θα επιβιώσω και το ξέρω
είμαι δυνατή
έχω κάνει άλλα και άλλα εγώ



τις προάλλες στον δρόμο για την δουλειά και ψάχνοντας από ψήγματα και αφορμές αισιοδοξίας έπεσα πάνω σε δύο μικρούληδες (πιτσιρικάκια) που πήγαιναν στο σχολείο.
Αυθόρμητα όπως ερχόντουσαν προς τα εμένα (απ'την αντίθετη κατεύθυνση) τους πρόταξα το χέρι μου για να κάνουμε "κόλλα το!"
και το κάναμε
και ήταν τέλειο!



με τέτοια τυπάκια θέλω να ζω τις μέρες μου εδώ
περιμένοντας όλο αυτό να τελειώσει








Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2020

ένας χειρόγραφος στιγμιαίος αυθορμητισμός

30/05/2019



Σε έναν φανταστικό κόσμο θα παρατούσα οριστικά τον Α. Θα με προσλάμβαναν μετά χαράς σε μια δουλειά με ***** και θα κανονίζαμε διακοπες στην Ελλάδα με τον Ε. και την Κ. (κι ας μας πρήζει καμιά φορά) ♥️
Θα πηγαίναμε Θεσσαλονίκη και από εκεί θα πηγαίναμε Μήλο, 

αλλά κατά βάση και τώρα που το ξανασκέφτομαι δηλαδή πιστεύω θα πηγαίναμε για ελεύθερο κάμπινγκ στην Σαμοθράκη.
Στην χώρα, στο βουνό και το ιερό των αρχαίων θεών. 

Ίσως (μάλλον σίγουρα) θα γνωρίζαμε άλλο κόσμο εκεί. 
Σίγουρα πάντως θα έπινα πολύ τσίπουρο, πολύ κεφίρ, και θα έτρωγα πολλά σουβλάκια και πολλα ψάρια. Θα πίναμε τσιγάρα και θα καθόμασταν μέχρι αργά κάτω απ'τα πλατάνια και θα χαιρόμασταν την θαλπωρή της φύσης.
Και ύστερα θα γυρνούσα εδώ στην δουλειά που πολύ θα με πίεζε αλλά και πολύ θα με ενδιέφερε.
Και θα έκανα σπορ και θα έβαζα λεφτά στην άκρη σαν πέρυσι με ταξίδια αναψυχής στα διαλείμματα.
Και θα με εκτιμούσαν στην δουλειά μου πολύ.
Τόσο που δεν θα ήθελαν με την καμία να φύγω
και ίσως κάποια στιγμή να γνώριζα και κάποιον που στο τέλος θα τον αγαπούσα και θα με αγαπούσε και εκείνος τόσο πολύ που θα αποφασίζαμε να "ταξιδέψουμε" παρέα